Η ιστορία του μικρού ταξιδιώτη

στις

Παραμονή Πρωτοχρονιάς και παρακάτω δε θα βρείτε πληροφορίες για έναν προορισμό ή την εμπειρία ενός ταξιδιού μας. Θα βρείτε μια ιστορία για έναν άνθρωπο που δεν του άρεσε να ταξιδεύει.

 

Η ιστορία του μικρού ταξιδιώτη

Ο Παναγιώτης ήταν 36 ετών. Είχε την ζωή του τακτοποιημένη. Η δουλειά του στην τράπεζα πήγαινε άψογα.  Έβγαζε αρκετά χρήματα για να ζει αξιοπρεπώς και να κάνει τα πράγματα που του αρέσουν. Κινηματογράφος, θέατρο, διάβασμα βιβλίων, βόλτες με τους φίλους του. Δεν είχε βέβαια πολλούς φίλους, αλλά είχε αληθινούς και, αυτό σίγουρα ήταν πιο σημαντικό. Ήταν ελεύθερος, αλλά δεν αγχώνονταν, θα έβρισκε αυτήν που ήθελε απλά έπρεπε να κάνει λίγο υπομονή.  Ξυπνούσε το πρωί μισή ώρα πριν πάει στην εργασία του. Εξάλλου έμενε μόλις 5 λεπτά μακριά από αυτή.

‘Έστρωνε το κρεβάτι του, έπλενε το πρόσωπό του, βούρτσιζε τα δόντια του, έβγαζε τις πιτζάμες του, πάντα τακτοποιημένες, και έβαζε την «στολή» του όπως την αποκαλούσε: Μαύρες κάλτσες, γαλάζιο πουκάμισο σεταρισμένο με μπλε σκούρο παντελόνι και μπλε καρό σακάκι. Έδενε και την γραβάτα του και, πήγαινε στην κουζίνα να πιει τον ελληνικό καφέ που είχε πριν ετοιμάσει.

Η μέρα του είχε 5 φορές την εβδομάδα πάντα αυτό το τελετουργικό ως ξεκίνημα. Με την ίδια σειρά. Οι ίδιες αυτοματοποιημένες κινήσεις. Το Σαββατοκύριακο ήταν πιο χαλαρός.  Τα έκανε όλα ίδια εκτός από το ντύσιμο φυσικά. Του άρεσε να παραμένει με τις πυτζάμες του.

Έλεγε «καλημέρα» με τον ίδιο τυπικό τρόπο στους συνεργάτες του, το ίδιο χαμόγελο, που έμοιαζε περισσότερο με ένα υποχρεωτικό μειδίαμα. Δεν είχε πολλά-πολλά μαζί τους, ήθελε να διαχωρίζει τα πράγματα και τα πρόσωπα. Συνεργάτες-φίλοι-οικογένεια. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο, δεν μπορούσες να μπλέξεις το λάδι με το νερό.

Ήταν Σάββατο απόγευμα και είχε βγει με τους φίλους του, τους δύο δηλαδή που είχε την Μαίρη και τον Ιάσωνα.

«Βρε παιδιά, πείτε μου, είμαστε φίλοι τόσα χρόνια, τρέχει κάτι; Όλα καλά;» Οι δύο φίλοι του κοιτάχτηκαν απορημένοι.

«Τι εννοείς βρε Πάνο; Φυσικά και είναι όλα καλά; Γιατί να μην είναι δηλαδή;»

«Να… χωρίς να θέλω να σας στεναχωρήσω! Έχω προσέξει ότι το τελευταίο διάστημα έχουμε αραιώσει τις εξόδους, περισσότερο βρισκόμαστε σπίτι μου ή σπίτι σας. Επίσης όταν βγαίνουμε παραγγέλνετε έναν καφέ ή, παίρνετε και οι δύο ελληνικό καφέ που δεν σας ξετρελαίνει αλλά, υποθέτω επειδή είναι πιο φθηνός. Ιάσωνα μήπως έχει γίνει κάτι στην δουλειά σου; Εγώ πάντως μπορώ να σας βοηθήσω, ότι χρειαστείτε πείτε μου!» Οι δύο φίλοι ξέσπασαν σε γέλια, κάτι που ενόχλησε λιγάκι τον Παναγιώτη.

«Όχι φίλε μου, κανένα πρόβλημα δεν υπάρχει. Απλά αποφασίσαμε να κάνουμε οικονομία για να πάμε το πρώτο μας ταξίδι στο εξωτερικό!» τα μάτια της Μαίρης και μόνο που είπε την λέξη «ταξίδι» αστράψανε από χαρά!

«Ταξίδι;;; έλα βρε παιδιά;; δεν μου κάνετε πλάκα έτσι;;»

«Όχι ρε Παναγιώτη, δεν σου κάνουμε πλάκα. Θα πάμε στην Πολωνία, Βαρσοβία και Κρακοβία. Θέλουμε επίσης να επισκεφθούμε και το Άουσβιτς. Έχουμε υπολογίσει ότι χρειαζόμαστε συνολικά περίπου 1.000€ και για τους δύο για εφτά ημέρες. Όσο για την οικονομία έχεις δίκιο. Μιας και  δεν μας περισσεύουν τα χρήματα, αποφασίσαμε ότι πρέπει να βρούμε τρόπο να μας περισσέψουν! Ακόμα και αν χρειαστεί έναν χρόνο να τα μαζέψουμε! Και μεταξύ μας, περίπου τόσο θα χρειαστεί αλλά δεν πειράζει. Εσένα δεν στο είπαμε γιατί… λοιπόν νομίζουμε ότι δεν σε ενθουσιάζει η ιδέα του ταξιδιού».

«Και καλά κάνατε και δεν μου το είπατε! Άκου ταξίδι στο εξωτερικό! Δεν μπορώ να καταλάβω για ποιον λόγο γίνεται όλος αυτός ο χαμός. Οι πολωνοί καλά είναι στην Πολωνία και οι Δανοί στην Δανία. Τι να πάω να κάνω εγώ εκεί πέρα;; καλά είμαι εδώ, στα πράγματα που ξέρω στην ησυχία μου! Εξάλλου αν μου έρθει ποτέ, λέμε ΑΝ, η ιδέα να πάω ένα ταξίδι, έεεχω χρόνια μπροστά μου! 36 χρονών είμαι ακόμα!» σε εκείνο το σημείο ο λόγος του Παναγιώτη κόπηκε απότομα.

Ο Ιάσωνας χαμήλωσε το βλέμμα του και τα μάτια του κοκκίνισαν. Είχε έναν αδερφό τον οποίο έχασε από καρκίνο και ήταν 36 χρονών.

«Φίλε συγγνώμη εγώ δεν… πάνω στον ειρμό του λόγου μου ξεχάστηκα και…»

«Δεν πειράζει τι ζητάς συγγνώμη… Δεν γίνεται μια ζωή να προσέχεις τι λες… Τέλος πάντων αντί να ζητάς συγγνώμη για τον αδερφό μου, παρ’ τον σαν παράδειγμα. Ποτέ κανείς δεν ξέρει πόσο χρόνο έχει. Απλά οι άνθρωποι νομίζουμε ότι είμαστε αιώνιοι.»

Η Μαίρη παρενέβη ώστε να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα.

«Καλά εγώ πιστεύω ότι ο Παναγιώτης με το κατάλληλο κίνητρο μπορεί να ξεκουνηθεί επιτέλους από το βόλεμα του!» Η συζήτηση συνεχίστηκε με κύριο θέμα το επικείμενο ταξίδι στην Πολωνία. Αυτό συνέβη 7 μήνες μετά. Ο Παναγιώτης πήγε στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» να αποχαιρετήσει τους φίλους του. Καθώς έφευγε, παρατηρούσε τα αεροπλάνα που πήγαιναν και έρχονταν. Ανατρίχιασε και μόνο στην ιδέα ότι θα σηκωθεί τόσο ψηλά από την γη! «Που να τρέχω εγώ τώρα, καλά είμαι στο σπιτάκι μου, στην πόλη μου» και με αυτές τις σκέψεις αποτίναξε οποιαδήποτε σκέψη απόδρασης.

Δύο μέρες αργότερα ο τραπεζικός υπάλληλος που απεχθάνονταν τα ταξίδια πήγε στην ίδια καφετέρια, στην ίδια θέση. Καθήμενος στην αναπαυτική πολυθρόνα πρόσεξε δύο κορίτσια που κάθονταν σε έναν καναπέ της καφετέριας απέναντι και, ειδικότερα την μία. Ήταν γύρω στο 1,68 με κατσαρά ανακατεμένα μαλλιά, ένα τρανταχτό γέλιο που το λάτρεψε από την πρώτη στιγμή που το άκουσε. Όταν τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, τα μάτια της τον συγκλόνισαν. Δεν μπορούσε να σταματήσει να την κοιτάζει. Οι δύο φίλες γέλασαν και, η μία σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος του.

«Σταμάτα να κοιτάς την φίλη μου!» Του είπε μισό-νευριασμένη μισό-αστεία.

Εκείνος χωρίς να την κοιτάξει της απάντησε:

«Δεν μπορώ. Δεν θέλω.»

Σηκώθηκε και πήγε στο τραπέζι των δύο κοριτσιών.

«Συγγνώμη για το θράσος μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είσαι ότι πιο όμορφο έχουν αντικρίσει τα μάτια μου. Μπορώ να καθίσω στο τραπέζι σας; Θέλω πολύ να γνωριστούμε!»

Εκείνη, αν και βρήκε υπερβολικά τα λόγια του, του έδωσε την άδεια να καθίσει στην παρέα τους. Μερικές ώρες αργότερα βρέθηκαν οι δυο τους να κάνουν βόλτα στο κρύο και μιλούν. Μίλησαν για πολλά. Εκείνη ονειροπόλα αλλά και πολύ ώριμη ταυτόχρονα, του μίλησε για τα ταξίδια που είχε ήδη κάνει αλλά και για άλλα πολλά που ήθελε να κάνει. Έμοιαζε ένα κορίτσι ελεύθερο, που έκανε όνειρα και ήξερε να τα πραγματοποιεί. Περπάτησαν πολύ μέχρι που χωρίσανε αργά το βράδυ, αφού ανταλλάξανε τηλέφωνα και με την υπόσχεση να βρεθούνε την επόμενη το απόγευμα. Την καληνύχτισε έξω από το σπίτι της. Πριν χαιρετιστούν, τον πήρε αγκαλιά. Ήταν κάτι συγκλονιστικό. Θυμήθηκε ένα απόφθεγμα που είχε διαβάσει κάποτε «Η αγκαλιά είναι το οξυγόνο της ψυχής». Πόσο δίκιο είχε όποιος το είπε. Τελικά, αυτή η αγκαλιά μαζί με το φιλί στο μάγουλο, ένα γλυκό φιλί για καληνύχτα ανακατεμένα με τα όνειρα που του είχε εξομολογηθεί σε ένα απόγευμα, ήταν η έμπνευση που δεν είχε ο Παναγιώτης. Μέχρι εκείνη την στιγμή.

5 ημέρες αργότερα, παραμονή Πρωτοχρονιάς, ο Παναγιώτης περίμενε τους φίλους του στο αεροδρόμιο. Είχε άγχος να προλάβει να τους χαιρετίσει. Εκείνοι έφτασαν και  όταν τους αντίκρισε τα πρόσωπά τους έλαμπαν από χαρά. Γρήγορα όμως αυτή η χαρά μετατράπηκε σε έκπληξη. Δίπλα στον φίλο τους ήταν μία άγνωστη κοπέλα που της κρατούσε το χέρι και, με μία μεγαλύτερη έκπληξη είδαν ότι στα πόδια τους είχαν μία μεγάλη βαλίτσα και μία μικρότερη.

Οι τρεις φίλοι αγκαλιάστηκαν και φιληθήκαν.

«Παιδιά να σας γνωρίσω την Ιωάννα. Ιωάννα, ο Ιάσωνας και η Μαίρη που σου έλεγα, οι καλύτεροι μου φίλοι.»

«Ιωάννα χαρήκαμε, αλλά, συγγνώμη βρε παιδιά προς τι η βαλίτσα;»

«Μαιρούλα, είχες δίκιο. Βρήκα το κίνητρό μου» της είπε και της έκλεισε το μάτι.

«Α έτσι εξηγούνται όλα! Και;;;; μην μου πεις!!» Είπε ο Ιάσωνας δείχνοντας τις βαλίτσες.

«Ω Ναι! Πάμε Ρώμη! Επειδή είναι το πρώτο μου ταξίδι έξω ξεκινάμε με κάτι κοντινό. Θα τα πούμε όλα όταν γυρίσουμε».

Και τα είπαν όλα. Ο Παναγιώτης ξεβολεύτηκε και, ήταν το πιο σωστό πράγμα που είχε κάνει στην ζωή του. Γνώρισε πολλά μέρη με την Ιωάννα την οποία και παντρεύτηκε εν τέλει κάνοντας μαζί της ένα υπέροχο παιδάκι. Γνώρισε πολλά μέρη και πολλούς ανθρώπους.                 Δεν σταμάτησαν ποτέ να ταξιδεύουν. Γνώρισε τόσους ανθρώπους διαφορετικούς και υπέροχους, αλλά και κάποιους όχι τόσο υπέροχους ωστόσο, ακόμα και από αυτούς κάτι είχε να πάρει. Είδε τόσα πανέμορφα πράγματα, Μουσεία, πόλεις, υπέροχα στενά δρομάκια δίπλα σε λεωφόρους, σπίτια και κτίρια μοναδικής αρχιτεκτονικής, ανθρώπους που δεν είχαν τίποτα κι όμως, αυτό τους έφτανε να είναι χαρούμενοι. Γιατί ήξεραν πως «το ουσιαστικό είναι αόρατο στο μάτι» όπως έλεγε και το αγαπημένο, πλέον, βιβλίο του Παναγιώτη «ο μικρός πρίγκιπας».

Γνωρίζοντας τον πελώριο αυτόν πλανήτη, συνειδητοποίησε πόσο μικρός ήταν ο ίδιος. Πόσο λίγος ήταν ο χρόνος που είχε και πως έπρεπε να τον αξιοποιήσει όσο μπορούσε καλύτερα. Ο Παναγιώτης άφησε στην άκρη τις δικαιολογίες, ξεβολεύτηκε, ταξίδεψε, έζησε!»

 

Καλή Χρονιά! Και μην ξεχνάς φέτος να πας κάπου που δεν έχεις ξαναπάει ποτέ!

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s